ακανόνιστος

ακανόνιστος
irrégulier

Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό. 2015.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Regardez d'autres dictionnaires:

  • ακανόνιστος — η, ο (Α ἀκανόνιστος, ον) [κανονίζω] 1. αυτός που δεν είναι κανονισμένος, ο ατακτοποίητος 2. όποιος δεν έχει κανονικές διαστάσεις, ο ασύμμετρος «ακανόνιστο δωμάτιο» 3. εκείνος που δεν έχει ρυθμιστεί με κοινή συμφωνία «ακανόνιστος μισθός» 4. ο… …   Dictionary of Greek

  • ακανόνιστος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν κανονίστηκε, δεν τακτοποιήθηκε: Η διαφορά μας μένει ακανόνιστη. 2. ασύμμετρος, ανώμαλος: Νομίζω πως το σχήμα του είναι ακανόνιστο. 3. αυτός στον οποίο η εκκλησία (επίσκοπος ή ιερέας) δεν όρισε «κανόνα», επιτίμιο: Ο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άνισος — η, ο (AM ἄνισος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ίσος με κάποιον άλλο 2. μτφ. άδικος, μεροληπτικός νεοελλ. ακανόνιστος, ασύμμετρος μσν. ανόμοιος, διαφορετικός αρχ. φρ. 1. «άνισος πολιτεία» η ολιγαρχία 2. οἱ ἄνισοι οι ολιγαρχικοί 3. τὸ ἄνισον η… …   Dictionary of Greek

  • αγεωμέτρητος — η, ο (Α ἀγεωμέτρητος, ον) [γεωμετρῶ] αυτός που δεν γνωρίζει γεωμετρία και, γενικά, μαθηματικά αρχ. 1. (για μαθημ. προβλήματα ή γεωμ. σχήματα) ο μη γεωμετρικός, ανώμαλος, ακανόνιστος 2. απαίδευτος, αμαθής «ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω», φρ.… …   Dictionary of Greek

  • αμφιρρώξ — ἀμφιρρώξ ( ῶγος), ο, η (Α) 1. οδοντωτός, ακανόνιστος 2. κατεστραμμένος, διάτρητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + ρὼξ* < ρήγνυμι] …   Dictionary of Greek

  • ανώμαλος — η, ο (Α ἀνώμαλος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ομαλός, ο ακανόνιστος, ανομοιόμορφος 2. (για έδαφος) τραχύς, όχι επίπεδος 3. (για καταστάσεις) τραχώδης, έκρυθμος 4. (Γραμμ.) γραμματικός τύπος, όνομα ή ρήμα, που δεν σχηματίζεται κατά τους γενικούς… …   Dictionary of Greek

  • ετερόσχημος — ἑτερόσχημος, ον (ΑΜ) μσν. αυτός που έχει διαφορετικό σχήμα ή μορφή αρχ. αυτός που δεν είναι τακτικός ή κανονικός, ο ακανόνιστος, ο άτακτος («ἑτερόσχημα διαλείμματα», Ηλιόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + σχημος (< σχήμα), (πρβλ. κακό σχημος, εύ… …   Dictionary of Greek

  • κακόρρυθμος — η, ο (Α κακόρρυθμος, ον) νεοελλ. αυτός που έχει κακό ρυθμό ή που δεν έχει ρυθμό, άρρυθμος, ακανόνιστος αρχ. 1. το ουδ. ως ουσ. τὸ κακόρρυθμον (για τον σφυγμό) έλλειψη ρυθμού, αρρυθμία τού σφυγμού. επίρρ... κακορρύθμως με κακό ρυθμό, άρρυθμα,… …   Dictionary of Greek

  • κλυδασμός — ο (AM κλυδασμός) [κλυδάζομαι] 1. κλυδωνισμός* 2. ιατρ. κυματοειδής κίνηση τού υγρού που υπάρχει σε μια φυσιολογική ή παθολογική κοιλότητα τού σώματος και είναι αισθητή κατά την ψηλάφηση 3. ναυτ. ακανόνιστος κυματισμός τής θάλασσας ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • παράρρυθμος — η, ο / παράρρυθμος, ον, ΝΑ 1. αυτός που δεν έχει ρυθμό, που είναι εκτός ρυθμού 2. (για σφυγμό) άτακτος, ακανόνιστος, ανώμαλος αρχ. αυτός που βρίσκεται στον ρυθμό ή στο χρονικό μέτρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ρρυθμος (< ῥυθμός), πρβλ. κατά… …   Dictionary of Greek

  • ρεστία — η, Ν ωκεαν. ακατάστατος και ακανόνιστος κυματισμός, φαινόμενο ανάλογο με την αποθαλασσία, που εκδηλώνεται σε ορισμένους λιμένες με χαρακτηριστικό προσανατολισμό ως προς το πέλαγος, όταν σε αυτό επικρατεί κλύδωνας, η λεγόμενη χονδρή θάλασσα, αλλ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”